
-->












Σκηνοθεσία: Ριγκομπέρτα Καστανέντο
Παίζουν: Λιανά Φοξ, Αντρία Κολλάντο, Ραούλ Μέντες
Διάρκεια: 103’
Κάποτε είχα γράψει εδώ στον «Εξώστη» πως φοβάμαι τα θρίλερ. Πως τρέμω, πως κοντεύω να τα κάνω πάνω μου όταν είμαι αναγκασμένος να δω μια «ταινία τρόμου». Μάλιστα είχα περιγράψει το πως οχυρώνομαι ενάντια στο φόβο: κλειδαμπαρώνω τις πόρτες, κοιτάω κάτω από το κρεβάτι μου για φαντάσματα, παίρνω αγκαλιά τον αρκούδο μου...
Αγαπητοί μου αναγνώστες, πλάκα έκανα... (και δυστυχώς παρεξηγήθηκα – κάποια «κυρία» έφθασε στο σημείο να διαδίδει τη φήμη πως αν μου κάνουν «μπου» πέφτω χάμω..). Πλάκα έκανα, γιατί αν δεν κάνουμε πλάκα δε μας σώζει τίποτα, μας πλακώνει η ύπαρξη. Σε γενικές γραμμές εμείς οι άνθρωποι, τα «κυρίαρχα υποκείμενα», δεν αποτελούμε τίποτα άλλο παρά ένα κράμα σοβαροφάνειας και ιδεοληψιών. Καλό είναι λοιπόν ανά τακτά διαστήματα να μας αυτό-αποδομούμε λίγο, να μας αυτοσαρκάζουμε μπας και μπει λίγος φρέσκος αέρας στα στεγανά της ύπαρξής μας.
Υπό αυτές τις σκέψεις λοιπόν, ένα θρίλερ δεν μπορεί να μας τρομάξει ποτέ και πουθενά. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προκαλέσει ένα μειδίαμα στα χείλη μας – πως γίνεται και «τρομάζουμε» με ακίνητα καρέ παιγμένα σε γρήγορες ταχύτητες, με τέρατα και μανιακούς κρυμμένους σε ένα dvd;
Για να το επιβεβαιώσω, διάλεξα μια ταινία που φίλος μου την πρότεινε ως πολύ τρομακτική. Και πάλι δεν τρόμαξα (τώρα όπως προσέξατε καλλιεργώ νέο μύθο – πως είμαι Γενναίος!). Ωστόσο απόλαυσα μια ωραία, ατμοσφαιρική ταινία.
Πρόκειται για το θρίλερ «31ο Χιλιόμετρο». Στο 31ο χιλιόμετρο ενός επαρχιακού δρόμου του Μεξικό συμβαίνουν ανοίκεια πράγματα. Η ατμόσφαιρα κάπως σα να αλλάζει. Μπορεί να ακούσεις παράξενα θροΐσματα, να δεις εικόνες που είτε ανήκουν στην πραγματικότητα είτε τις γεννά το μυαλό είναι αρκούντως φριχτές. Και το κυριότερο, αν σταθείς εκεί έχεις πολλές πιθανότητες να σκοτωθείς από τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
Η Αγκάτα θα κοντοσταθεί στο 31ο χιλιόμετρο. Λίγες ώρες μετά θα βρίσκεται στην εντατική του νοσοκομείου, με ακρωτηριασμένο το μισό της σώμα, με το πρόσωπο παραμορφωμένο από τους μόλωπες, έχοντας καταντήσει σπαρακτικό, εύθραυστο «τέρας». Η δίδυμη αδερφή της Καταλίνα, ο σύντροφός της και ο σύντροφος της Αγκάτα θα θελήσουν να εξιχνιάσουν το πως και το γιατί.
Διαρκείς επιστροφές στο επώδυνο σημείο της ασφάλτου, ένα τρομακτικό δάσος τριγύρω, ένας αστυνομικός που με εμμονή προσπαθεί να εξακριβώσει τι συμβαίνει, αστικοί μύθοι για ένα ποτάμι που διασχίζει υπογείως την παρακείμενη πόλη, ένας θρύλος από την εποχή των κονκισταδόρων.
Και θύματα, πολλά θύματα, αλλεπάλληλα θύματα. Οι δίδυμοι άνθρωποι μοιάζουν να ζουν πλεγμένοι μεταξύ τους με αδιόρατα νήματα που οι υπόλοιποι δεν αντιλαμβανόμαστε. Ακόμα και οι εραστές της Αγκάτα και της Καταλίνα μπερδεύονται όταν παν να φιλήσουν την «αγάπη τους».
Το σεναριακό τέλος της ταινίας είναι αμήχανο. Όμως η διαδρομή της είναι ατμοσφαιρική, γοτθικά και ταυτόχρονα μοντέρνα σκηνοθετημένη. Σε αρκετά σημεία μου θύμισε μάλιστα την πολύ καλή, περσινή «Νύχτα των Ηλιοτροπίων».
Πιο πολύ τρομάζω κοιτώντας τη ζωή μου – όχι κοιτώντας ταινίες. Μα είναι ωραίο που και που να αφήνεις τις τέχνες να σε υποβάλλουν στην ίδια σου την αποδόμηση.
Αξιολόγηση: * * *




Σκηνοθεσία: Τζούλι Τέιμορ
Παίζουν: Τζιμ Στάρτζες, Ίβαν Ρέιτσελ Γουντ, Τζο Άντερσον, Ντάνα Φουκς
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 131΄
Όχι ένα και δύο, αλλά 33 ολόκληρα τραγούδια των θρυλικών «Σκαθαριών» σε νέες, φρέσκιες εκτελέσεις παρελαύνουν οπτικοποιημένα μπροστά από τα μάτια μας σ’ αυτό το πολύχρωμο, νεανικό μιούζικαλ, που επιχειρεί μια τοιχογραφία της ταραγμένης περιόδου των τελών της δεκαετίας του ’60 βασισμένη πάνω στο έργο των Μπιτλς.
Πρόκειται για μια φιλόδοξη απόπειρα, που στέφεται από απόλυτη επιτυχία τόσο στο οπτικό όσο και στο μουσικό κομμάτι της. Οι νεαροί πρωτοεμφανιζόμενοι πρωταγωνιστές ερμηνεύουν τα τραγούδια με έναν τρόπο που καταφέρνει να συνδυάσει στην κατάλληλη αναλογία τον απαραίτητο σεβασμό στις αρχικές εκτελέσεις από τη μια, με την καινοτομία και την ανάδειξη των τραγουδιών από μια διαφορετική σκοπιά από την άλλη. Εξυπακούεται ότι άπαντες διαθέτουν τα απαραίτητα φωνητικά προσόντα, ενώ και οι υποκριτικές τους ικανότητες είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς.
Οπτικά η ταινία θυμίζει πυροτέχνημα φαντασίας, χρώματος και φωτός. Τα τραγούδια ενσωματώνονται οργανικά μέσα στην πλοκή και δεν θυμίζουν επ’ ουδενί βίντεο-κλιπ. Αποκτούν όλα σαφές και καινούριο νόημα, που αναδεικνύει και τα ίδια τα τραγούδια και την ταινία. Αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στο “I Want you”, που συσχετίζεται με τη διαδικασία στρατολόγησης για τον πόλεμο του Βιετνάμ και εκφράζει με άκρως γλαφυρό και ευφάνταστο τρόπο την αίσθηση παγίδευσης και αποκτήνωσης του νεαρού κληρωτού που καλείται να γίνει το φρέσκο κρέας στην κρεατομηχανή του πολέμου, αλλά και στο “I am the Walrus”, που ερμηνεύεται από τον Μπόνο σε μια εμφάνιση-έκπληξη και παραπέμπει σε ψυχεδελικό όνειρο που εξελίσσεται σε κάποια μαγική υποβρύχια ουτοπία.
Όπως συχνά συμβαίνει με τα μιούζικαλ, το αδύνατο σημείο είναι το σενάριο. Πρόκειται για μια στοιχειώδη, απλοϊκή ιστορία, που τραβάει σε μάκρος αρκετά μεγαλύτερο από τις αντοχές της προσοχής μας, δεν αναδεικνύει επαρκώς τους χαρακτήρες, και διακατέχεται από μια αφελή και επιφανειακή αντίληψη της ιστορίας. Απουσιάζει η εμβάθυνση, ή έστω η διαφορετική ματιά στο αντιπολεμικό κίνημα, τις φοιτητικές εξεγέρσεις και την εναλλακτική κουλτούρα των ’60s. Αυτό που υπάρχει είναι μια τοιχογραφία πλούσια μεν, επιφανειακή δε. Μια σειρά από εικόνες που απλά περνούν, αλλά δεν αγγίζουν τον θεατή.
Η ταινία φαίνεται τελικά πως απευθύνεται κυρίως στο μαθητικό κοινό, για το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευσύνοπτη εισαγωγή στο έργο των Μπιτλς και την ιστορία των εξεγέρσεων των ’60s. Όσοι θεωρούν εαυτούς ειδήμονες στα ανωτέρω θέματα πιθανόν να νιώσουν ότι παρακολουθούν κάτι παιδιάστικο ή αφελές. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για μια πλούσια, φιλόδοξη δουλειά, με εξαιρετικές μουσικές εκτελέσεις και υπέροχες εικόνες. Η ταινία συνοδεύεται μάλιστα κι από δεύτερο dvd, στο οποίο περιέχονται ολόκληρες και οι 33 εκτελέσεις, καθώς και σχόλια της σκηνοθέτιδας και των υπόλοιπων συντελεστών.