19.2.09

ΤΕΕΤΗ



Σκηνοθεσία: Μίτσελ Λίχτενσταϊν
Διάρκεια: 88΄
Παίζουν: Τζες Βάιξλερ, Τζον Χένσλεϊ, Τζος Πάις, Χέιλ Άπλμαν

Σε μια ήσυχη αμερικάνικη πόλη, από αυτές τις πόλεις που είναι τόσο ήσυχες που θαρρείς πως από στιγμή σε στιγμή θα κατέβουν εξωγήινοι ή θα συρθούν από τα έγκατα της γης ζόμπι για να τα κάνουν όλα λίμπα, ζει η Ντον με την άρρωστη μητέρα της, τον ευαίσθητο πατριό της και τον ανισόρροπο γιο του. Στο φόντο της ανέραστης πόλης δυο φουγάρα εργοστασίου δεν σταματούν στιγμή να καπνίζουν. Η Ντον, λοιπόν, ανήκει σε μια από αυτές τις ομάδες σεξουαλικώς καθυστερημένων ανθρώπων που κρύβονται πίσω από θρησκευτικές δεισιδαιμονίες, διακηρύσσουν την παρθενιά ως το υπέρτατο αγαθό του ανθρώπου και δεν χάνουν ευκαιρία για αυτοτιμωρία κι ενοχή. Και στο σχολείο η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική. Ο καθηγητής βιολογίας εξηγεί την ανατομία των ανδρικών γεννητικών οργάνων, αλλά όταν οι μαθητές γυρίζουν τη σελίδα, ένα αυτοκόλλητο της επιτροπής λογοκρισίας του σχολείου καλύπτει το σχέδιο των αιδοίων. Κι εν πάση περιπτώσει, επειδή σε μια τόσο καθώς πρέπει κοινωνία πρέπει να πέσει μια κατάρα, η Ντον βγάζει δόντια στον κόλπο της και τεμαχίζει όποιο πέος (ή φαλλικό υποκατάστατο όπως το χέρι) προσπαθεί να τη διακορεύσει. Είναι εκπληκτικό πώς μια φαινομενικά τόσο απλή ταινία, ίσως κακόγουστη για μερικούς, απλή φάρσα για άλλους, καταπιάνεται με τόσα πολλά θέματα συγχρόνως. Από τη μια η θρησκευτική προσήλωση, και οι επιρροές του χριστιανισμού, μιας σκοταδιστικής (κακά τα ψέματα) θρησκείας, υπεύθυνης για τη συντριπτική πλειοψηφία των σεξουαλικών κόμπλεξ κι ενοχών των ανθρώπων (αναρωτιέμαι πώς θα είχαν διαμορφωθεί οι θεωρίες ψυχανάλυσης αν δεν είχε υπάρξει ποτέ ο χριστιανισμός). Η σεξουαλική ενοχή, άλλωστε, είναι και ο πιο εύκολος τρόπος για να ελέγχει κανείς το άτομο και κατά συνέπεια την κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, αφήνοντας τη βαρετή θρησκεία έχουμε τον αιώνιο τρόμο. Το αιδοίο. Ο φόβος του ευνουχισμού από την πλευρά του άντρα, ο φθόνος του πέους από την πλευρά της γυναίκας κι επιτέλους ένα αιδοίο που έχει τη μεταφυσική δύναμη να υλοποιεί το φόβο. Ναι, έχει δόντια και ναι, είναι αληθινά. Το αιδοίο, πλέον και με τη βούλα, είναι το πιο ισχυρό γεννητικό όργανο, όχι μόνο μήτρα ζωής, αλλά και μαχητής-πολεμιστής. Φυσικά, η αρχικώς αθώα Ντον, η ανώριμη Ντον, σύντομα θα ανακαλύψει τη δύναμη του σώματός της και θα περάσει στη φάση της γνώσης και αυτογνωσίας, με αποτέλεσμα να αρχίσει να εκμεταλλεύεται το σαρκοφάγο (μεταφορικά και κυριολεκτικά) αιδοίο της. Και τέλος, επειδή όλα έχουν μια εξήγηση (ή ίσως όχι), τα δυο γκρίζα φουγάρα του εργοστασίου στο πολύχρωμο φόντο βγάζουν τόση κάπνα που θα μπορούσαν να κάνουν ακόμα κι ένα αιδοίο να βγάλει δόντια. Καλώς ορίσατε στον εικοστό πρώτο αιώνα, τον αιώνα της μετάλλαξης.
Τώρα… για να τα μαζέψουμε λίγο. Λοιπόν, μην περιμένετε πολύ σπλάτερ. Μερικά κομμένα πέη. Μην περιμένετε γυμνό. Ελάχιστο. Μπορείτε να περιμένετε, όμως, μια ειλικρινή πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, με πολύ φρεσκάδα και τόλμη, άφθονη κριτική στον μεσοαστικό εφησυχασμό, και που δεν ανατρέπει ουσιαστικά κανέναν μύθο, αλλά αντιθέτως τον αναδεικνύει δίνοντας του υπόσταση. Κι όχι, δεν θα δείτε το αιδοίο. Πώς θα μπορούσατε άλλωστε; Θα ήταν τόσο τρομακτικό που θα σας έκανε να πετρώσετε σαν να βλέπατε το κεφάλι της Μέδουσας…
Σωτήρης Χ. Μπαμπατζιμόπουλος
****

18.2.09

ΕΞΩ-ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


THE FALL
Σκηνοθεσία: Ταρσέμ Σίνγνκ
Παίζουν: Λι Πέις, Κατίνκα Ουντάρου, Ζυστίν Ουάντελ
Ινδία/Αγγλία/ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 117’

Υπόθεση: Ο πονεμένος και πληγωμένος Ρόι ψάχνει λύτρωση από τον πόνο και τη μελαγχολία στη μορφίνη. Η τραυματισμένη και αθώα Αλεξάντρια αναζητά διέξοδο από τη μονοτονία της καθημερινότητας και το σκληρό παρελθόν στις φανταστικές ιστορίες. Εκείνη είναι ένα μικρό κοριτσάκι, με σπαστά αγγλικά και καλοκάγαθο μουτράκι, γεμάτη ζωντάνια κι έτοιμη για σκανταλιές. Εκείνος είναι ένας πρώην φέρελπις κασκαντέρ, που κείτεται απελπισμένος σε ένα κρεβάτι με σπασμένα πόδια και θρυμματισμένη καρδιά, έχοντας χάσει πλέον την ελπίδα του και την αγάπη για τη ζωή. Θα συναντηθούν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, στο Λος Άντζελες της δεκαετίας του ’20, όπου αναρρώνουν παράλληλα.
Καθώς η μικρή Αλεξάντρια διεκδικεί επίμονα την παρέα του κι εκείνος ζητά επίμονα να του ξεκλέψει λίγη μορφίνη, θα συμβιβαστούν με μια ιστορία. Εκείνος ξεκινά την αφήγηση βαριεστημένα κι εκείνη τον ακολουθεί ενθουσιωδώς. Ψάχνοντας ασυναίσθητα μια διαφυγή από την πραγματικότητα, θα συναντηθούν τελικά σε έναν εξωπραγματικό κόσμο, πλασμένο εν μέρει από τη φαντασία του κι εν μέρει από τη δική της.
Σ’ αυτόν τον κόσμο, πρωταγωνιστές είναι πέντε μυθικοί ήρωες, που ξεπήδησαν χωρίς πολλή περίσκεψη από το μυαλό του Ρόι και πήραν σάρκα και οστά στη φαντασία του μικρού κοριτσιού. Η ανεπανάληπτη επική τους ιστορία ξετυλίγεται μέσα από πρόχειρες, φτηνές εμπνεύσεις του πονεμένου παραμυθά, όπως εμπλουτίζονται από τις παρατηρήσεις της οργιώδους φαντασίας της Αλεξάντρια. Σ’ αυτή την ιστορία υπάρχει χώρος για παρολίγον πειρατές, για ηρωικούς μασκοφόρους ληστές, για έρημα νησιά και αχανείς ερήμους, για διεφθαρμένους κυβερνήτες και πληγωμένους άντρες που μάχονται για να κερδίσουν την αγαπημένη τους. Η αρχή και το τέλος είναι έννοιες σχετικές, όπως και η συνοχή, ο ρεαλισμός και η πραγματικότητα.

Ήδη από τους στυλιζαρισμένους μαυρόασπρους τίτλους αρχής, που η εικόνα κατακερματίζει την αφήγηση και τα εντυπωσιακά κάδρα αφήνουν μισοειπωμένη μια ιστορία που θα ολοκληρωθεί πολύ μετά, κάνουμε τα πρώτα μας βήματα στο ιδιόρρυθμο σύμπαν που θα μας υποδεχτεί λίγο μετά. Στη συνέχεια το ασπρόμαυρο θα δώσει τη θέση του σε μια οπτική πανδαισία, σε ένα σύμπαν τόσο εντυπωσιακό εικαστικά, που η εκπληκτική φωτογραφία και η φετιχιστική προσήλωση στο στήσιμο κάθε μεγαλεπήβολης σκηνής, σχεδόν μας κάνει να ξεχνάμε την ουσιαστική έλλειψη ιστορίας.
Είναι όμως γεγονός ότι η καρδιά της ταινίας μοιάζει να βασίζεται μονάχα σε μισοτελειωμένα σχεδιάσματα ιστοριών, που δένονται με τρόπο παραληρηματικό και τελικά χάνουν την αφηγηματική τους δύναμη. Αυτό που ξεκινά ως ένας φόρος τιμής στην κινούμενη εικόνα και φιλοδοξεί να σταθεί σαν μια αλληγορία για τη δύναμη της εικόνας και των φανταστικών ιστοριών που προβάλλονται στο πανί, τελικά προδίδεται από την έλλειψη του κυριότερου συστατικού μιας δυνατής κινηματογραφικής ταινίας: μιας στιβαρής αφήγησης, μιας ιστορίας που καθηλώνει το θεατή και τρυπώνει στο μυαλό και στην καρδιά.
Ένα εκκεντρικό παραμύθι, ένα ταξίδι εκτός πραγματικότητας, ένας πίνακας ζωγραφισμένων κινούμενων εικόνων, το φιλόδοξο πόνημα του Ταρσέμ ίσως να μη φτάνει τις προσδοκίες του δημιουργού του, αλλά δίνει αναμφίβολα ενδιαφέρουσα τροφή για τα μάτια και το μυαλό.

***

ΤΟ ΧΥΜΑΔΙΟ


THE WACKNESS

Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Λεβίν
Παίζουν: Μπεν Κίνγκσλεϊ, Τζος Πεκ, Φάμκε Γιάνσεν
ΗΠΑ, 2008. Διάρκεια: 99’

Υπόθεση: Στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’90, ο Λουκ Σαπίρο έχει μόλις τελειώσει το λύκειο και βρίσκεται αντιμέτωπος με το πρώτο καλοκαίρι της ελευθερίας του, πριν επιλέξει το κολέγιο που θα φοιτήσει στη συνέχεια. Είναι ιδιόρρυθμος, ευαίσθητος, μοναχικός. Δεν είχε ποτέ κοπέλα και ο μόνος τρόπος κοινωνικοποίησής του είναι πουλώντας μαριχουάνα στους συμμαθητές του και στους δρόμους. Σε μια πόλη που αλλάζει προσπαθώντας να γίνει πιο ασφαλής, σε ένα καλοκαίρι που καλείται να πάρει τις «μεγάλες αποφάσεις» της ζωής του κι ανάμεσα σε ανθρώπους που ταλαντεύονται ανάμεσα στις λάθος επιλογές τους και μια απροσδιόριστη αισιοδοξία της εποχής, ο Λουκ επιλέγει το «χύμα»: περιφέρεται στους δρόμους ακούγοντας χιπ χοπ και πουλώντας «χόρτο», πιάνει φιλίες με έναν sui generis μεσήλικα ψυχαναλυτή και ερωτεύεται την κόρη του, για πρώτη φορά χωρίς αναστολές και άμυνες.

Λόγος πολύς γίνεται, ιδιαίτερα τελευταία, για τη νέα γενιά (την εκάστοτε νέα γενιά) και τα σταυροδρόμια στα οποία βρίσκεται, όταν φτάνει και επισήμως η στιγμή να κάνει το βήμα από την εφηβεία στην ωριμότητα. Ένα μετέωρο βήμα, ένα μεταίχμιο, όπου όλοι κάτι απαιτούν και περιμένουν από εσένα, κι εσύ μοιάζει να έχεις ξεχάσει πώς είναι να περπατάς. Άτσαλα, αμήχανα, αβέβαια βήματα για να μπεις στην πραγματική ζωή, διεκδικώντας ένα μερίδιο από αυτά που σου έχουν υποσχεθεί ως παιδί, κρυμμένο και προστατευμένο στο σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον. Και βγαίνοντας για να ζήσεις, πρώτη φορά χωρίς προστατευτικό δίχτυ από κάτω, στραπατσάρεσαι και πέφτεις κάτω -μα στη συνέχεια μαθαίνεις, σηκώνεσαι και συνεχίζεις. Αυτή ακριβώς η μετάβαση είναι η καρδιά του γλυκόπικρου και νοσταλγικού φιλμ του Λεβίν, μια μετάβαση η οποία είναι πάντα καθοριστική, είτε γίνεται θορυβωδώς και επαναστατικά, είτε πραγματοποιείται εσωτερικά και υπόκωφα, όπως στην περίπτωση του Λουκ. Διεκδικώντας αυτό το καλοκαίρι για τον εαυτό του, αφήνει την εφηβική του εσωστρέφεια και αφήνεται να ανοιχτεί, σε φίλους, στον έρωτα και στη ζωή. Η επανάστασή του δεν αγγίζει τον περίγυρό του, αλλά μέσα του τον καίει ολόκληρο. Κι όταν ο καλοκαιρινός καύσωνας περάσει και έρθει η ώρα να μπει πάλι στη συμβατική καθημερινότητα, θα πρέπει να ζυγίσει τί έχασε και τί κέρδισε από αυτό το καλοκαίρι. Κι η αλλαγή που επήλθε πάνω του, ίσως ανεπαίσθητη για τους έξω, θα είναι γι’ αυτόν πολύτιμη αποσκευή για την υπόλοιπη ζωή του «εκεί έξω».

****

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ


KING OF CALIFORNIA

Σκηνοθεσία: Μάικ Κάχιλ
Παίζουν: Μάικλ Ντάγκλας, Έβαν Ρέιτσελ Γουντ
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 93’

Υπόθεση: Ο Τσάρλι παίρνει εξιτήριο από τη ψυχιατρική κλινική στην οποία ήταν έγκλειστος για δύο χρόνια και επιστρέφει με την έφηβη κόρη του Μιράντα στο σπίτι του, σ’ ένα απομονωμένο προάστιο χαμένο κάπου στην Καλιφόρνια. Η Μιράντα, εγκαταλελειμένη από μητέρα και με έναν πατέρα πνευματικά ασταθή, μένει ουσιαστικά μόνη και έχει αναγκαστεί να ωριμάσει πολύ γρήγορα και πολύ νωρίτερα από την ηλικία της. Αρχικά σκεπτική και αρνητική απέναντι στον αλαφροϊσκιωτο Τσάρλι, αλλά μη μπορώντας συγχρόνως να καταπνίξει την ανάγκη της για μια πατρική φιγούρα και την αδυναμία της στην γεμάτη εκπλήξεις και αντιφάσεις προσωπικότητα του ανθρώπου που τη δημιούργησε, τελικά τον ακολουθεί σε ένα παράδοξο ταξίδι θησαυρού στα ίχνη μιας Καλιφόρνια χαμένης στο πέρασαμα του χρόνου και της αστικοποίησης.

Παράφρων ο βασιλιάς, άνθρακες ο θησαυρός. Μήπως όμως αυτοί οι άνθρακες είναι ο πραγματικός θησαυρός; Ένας καμβάς καθαρά δραματικός, με μια διαλυμένη, δυσλειτουργική «οικογένεια» στο επίκεντρο, μα με κωμικές, ελπιδοφόρες νότες που δίνουν μια τελείως διαφορετική τροπή στην ιστορία.
Ο «βασιλιάς», ο υποτιθέμενος pater familias Τσάρλι καταρρίπτει το πρότυπο που θέλει τον πατέρα στήριγμα της οικογένειας και είναι ο υποβασταζόμενος, ο ανώριμος, ο προβληματικός. Η οικογένεια, ο «θησαυρός», είναι εδώ αναποδογυρισμένη, σχεδόν ανύπαρκτη, με μια εγκαταλελειμένη, μοναχική έφηβη να παίζει το ρόλο και των δύο γονέων για την ίδια αλλά και τον πατέρα της. Μπορεί άραγε από όλα αυτά να προκύψει κάποια αχτίδα φωτός, σαν μια άλλη little (miss) sunshine γι’ αυτή την οικογένεια χωρίς όνομα, που όμως κάλλιστα θα μπορούσε να λέγεται Tenenbaum;
Ακολουθώντας τη γνώριμη πλέον φόρμα της ανεξάρτητης feel good δραματικής κωμωδίας που μας έρχεται κατά κύματα τα τελευταία χρόνια από την Αμερική («Little Miss Sunshine», «Juno», «The Wackness», καθώς και τα πιο σύνθετα και πολυεπίπεδα φιλμ του Γουες Άντερσον, αλλά και το «Wonderboys» λίγα χρόνια πριν, που έρχεται στο μυαλό και μόνο από την παρουσία του Μάικλ Ντάγκλας σε έναν αντίστοιχο ρόλο), το φιλμ του Μάικ Κάχιλ μπορεί να μη φτάνει στις καλύτερες στιγμές των παραπάνω έργων, όμως κατορθώνει να συγκινήσει και να κρατήσει το θεατή. Και μαζί με το χαμόγελο του αφήνει στο τέλος και μια γλυκόπικρη γεύση που μένει στο στόμα, κυρίως χάρη σε ένα φινάλε που καταφέρνει να δώσει νόημα σε ολόκληρη την ταινία αλλά και υπόσταση σε μια πιο παραμυθένια Καλιφόρνια.

***

5.2.09

ΟΛΟΙ ΠΟΘΟΥΝ ΤΗΝ ΜΑΝΤΙ ΛΕΪΝ


ALL THE BOYS LOVE MANDY LANE

Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Λέβιν
Παίζουν: Άμπερ Χερντ, Άνσον Μάουντ, Μάικλ Γουέλτς

ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 88΄


Ως γνωστόν, βασικό θέμα των θρίλερ, και ιδιαίτερα των teen slasher, είναι η σεξουαλικότητα. Γιατί τόσο τα θρίλερ όσο και η σεξουαλικότητα, και ιδιαίτερα η αφύπνισή της, τρομάζουν… Γι’ αυτό και πάμπολλες ταινίες παράγονται με θέμα μια ομάδα εφήβων που απομονώνονται σε ένα δάσος ή σε ένα απόμακρο σπίτι για να κάνουν πάρτι και καταλήγουν στα νύχια κάποιου παρανοϊκού δολοφόνου. Η ανάγκη διαχείρισης της σεξουαλικότητας γεννά τρόμο. Η πιθανότητα απόρριψης. Η πιθανότητα να μην έχεις καλή επίδοση. Η πιθανότητα να μείνεις μόνη ή μόνος. Όλα αυτά τα συναισθήματα διοχετεύονται μέσα από έναν γκροτέσκο μηχανισμό στην ανάγκη να δεις το ανθρώπινο σώμα κακοποιημένο, παραμορφωμένο, πασαλειμμένο με αίμα, διαμελισμένο. Κατά προτίμηση το σώμα της γκόμενας που σε απέρριψε για κάποιον άλλον, ή του γκόμενου που έχει μάτια μόνο για την κολλητή σου. Στη συγκεκριμένη ταινία τα ψυχολογικά στοιχεία είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. Αν σε κάτι αριστεύει ο σκηνοθέτης Τζόναθαν Λέβιν είναι η απόδοση όλου του κλίματος αναζήτησης ταυτότητας και ταυτόχρονης διεγερμένης λίμπιντο που κυριαρχεί στην εφηβεία. Δεν είναι τυχαίο ότι επόμενη ταινία του ήταν το «Χυμαδιό». Χρησιμοποιώντας κορεσμένα χρώματα και κοντινές λήψεις που στριμώχνουν δυο πρόσωπα στο ίδιο πλάνο, καταφέρνει να αποσπάσει τον μέγιστο μαγνητισμό, μια παράξενη ζωική έλξη από τα περισσότερα ζεύγη ηρώων της ιστορίας του. Ο ερωτισμός, άλλοτε σε μορφή οικεία κι αναμενόμενη και άλλοτε παρεκκλίνουσα κι ανεπιθύμητη, ξεχειλίζει. Ο τρόμος από την άλλη, δεν είναι εξίσου πειστικός. Ίσως σε κάποιους αμάθητους να επιδράσει, αλλά οι φανατικοί φίλοι του είδους δεν έχουν να περιμένουν και πολλά, εκτός ίσως από μια ωραία μαχαιριά στα μάτια. Από την άλλη, αυτό λειτουργεί και υπέρ της ταινίας. Γιατί έτσι ο τρόμος δεν μοιάζει να είναι υπερφυσικός, ή υπερβολικός, παρά σαν κάτι που βγαίνει μέσα από την ίδια την παρέα, μια βία που αποτελεί μέρος της ίδιας της τής φύσης. Η ταινία κρατά κι έναν άσο στο μανίκι της για το φινάλε. Μια ανατροπή. Κάποιοι την είδαν σαν μια ρηχή απόπειρα να ικανοποιηθούν οι συμβάσεις του είδους. Εμένα πάλι μου φάνηκε εξαιρετικά πετυχημένη, δεδομένης της έμφασης στην ερωτική ψυχολογία που κυριαρχούσε γενικά στην ταινία. Αξίζει να την δείτε και να κρίνετε από μόνοι σας.

***

30.1.09

ΙΔΙΟΦΥΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


SMART PEOPLE

Σκηνοθεσία: Νόαμ Μούρο
Παίζουν: Ντένις Κουέιντ, Σάρα Τζέσικα Πάρκερ, Έλεν Πέιτζ, Τόμας Χέιντεν Τσερτς
ΗΠΑ, 2008. Διάρκεια: 91΄


Υπερβολικά σπουδαγμένοι, μορφωμένοι μέχρι παραμόρφωσης, φαν της λογοτεχνίας, των επιστημών και των τεχνών αλλά όχι της ζωής, έχετε τώρα όλοι την ευκαιρία να ικανοποιήσετε εκείνη την καλά θαμμένη φαντασίωσή σας με την Σάρα Τζέσικα Πάρκερ παρακολουθώντας αυτή την αμερικάνικη κομεντί-διασταύρωση του Juno με το Wonder Boys. Πρωταγωνιστεί ο Ντένις Κουέιντ στο ρόλο μισάνθρωπου αλαζόνα πανεπιστημιακού καθηγητή λογοτεχνίας, ο οποίος βρίσκει τον έρωτα και τη χαμένη ανθρωπιά του στο πρόσωπο της κυρίας Sex and the City. Σύμφωνα με την λανθάνουσα λογική της ταινίας πρόκειται για το τέλειο ζευγάρι: Αν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ νόμιζε μέχρι τώρα ότι αυτό που ήθελε ήταν ένας αρρενωπός άνδρας με καλοσχηματισμένο κορμί και έφεση στα… υδραυλικά, έκανε λάθος. Στην πραγματικότητα αυτό που της ταιριάζει είναι ένας ώριμος κουλτουριάρης με IQ τόσο υψηλό, που να έχει ξεχάσει παντελώς πώς να συμπεριφέρεται σε απλές, καθημερινές καταστάσεις, ούτως ώστε από τη μια να τον θαυμάζει (αυτή η νοητικώς κατώτερη – κι ας είναι και γιατρός στην ταινία), κι από την άλλη να πρέπει να τον νταντεύει, διότι, ως γνωστόν, κάθε άνδρας είναι κατά βάθος ένα παιδί, και κάθε παιδί αποζητά μια μαμά. Ακούγεται σχηματικό, και πράγματι στην ταινία δεν βγαίνει και πολύ πειστικά – υπάρχει μια εξαιρετική σχετική συζήτηση στο message board του imdb – αλλά αναρωτιέμαι τελικά μήπως είναι αλήθεια. Από την άλλη μεριά, λογικά θα περίμενε κανείς ότι ένας τέτοιος άνδρας θα γοητευόταν από μια γυναίκα αναλόγων προσόντων, κάποια ακαδημαϊκό, ποιήτρια, ή κάτι ανάλογο, αλλά φευ. Τελικά αυτό που ψάχνει είναι μια χαζογκόμενα που να κάθεται και να ακούει τις ατέλειωτες αγορεύσεις του περί μεταμοντερνισμού με το στόμα ανοιχτό. Αυτό κι αν ακούγεται βγαλμένο από τη ζωή. Στην ταινία εμπλέκεται ακόμα η έφηβη κόρη του καθηγητή, με την Έλεν Πέιτζ να συνεχίζει τον ρόλο της Τζούνο από εκεί ακριβώς που τον είχε αφήσει λες και βρίσκεται στην ίδια ταινία, καθώς και ο αδελφός του - υιοθετημένος αδελφός, όπως δεν χάνει ευκαιρία να διευκρινίζει ο κύριος καθηγητής – ο οποίος μοιάζει να είναι το μοναδικό λογικό και ισορροπημένο άτομο στην ταινία, πάντα έτοιμος για συναισθηματική επικοινωνία, αλλά και για ένα καλό πάρτι, εξού και είναι ένας αποτυχημένος, χωρίς δουλειά και φράγκα. Αυτό κι αν είναι κλισέ. Αν υποπτευθώ όμως ότι είναι κι αυτό αληθινό, ε, τότε θα πω ότι αυτή είναι μια καλή ταινία…

***

14.1.09

ΑΠΛΑ... Σ’ ΑΓΑΠΩ


IL Y A LONGTEMPS QUE JE T’AIME


Σκηνοθεσία: Φιλίπ Κλοντέλ
Παίζουν: Κρίστιν Σκοτ Τόμας, Έλσα Ζιλμπερστίν, Φρεντερίκ Πιερό, Λοράν Γκρέβιλ
Διάρκεια: 115΄

Σ’ ένα αεροδρόμιο η Ζουλιέτ κάθεται μόνη της στην καφετέρια. Καπνίζει και κοιτάζει νευρικά έξω από το παράθυρο. Έχει μαύρους κύκλους. Μοιάζει να μην έχει κοιμηθεί για χρόνια. Μια νεαρότερη γυναίκα την πλησιάζει, αναγνωρίζονται και αγκαλιάζονται αμήχανα. Μπαίνουν στο αυτοκίνητο. Η Λία είναι η μικρότερη αδελφή της Ζουλιέτ. Έχουν να ιδωθούν τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια. Η Λία είναι παντρεμένη, είναι καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, έχει υιοθετήσει δυο παιδιά και μένει μαζί με τον πεθερό της, ο οποίος λόγω ενός ατυχήματος, έχει χάσει τη λαλιά του και περνάει τη μέρα διαβάζοντας βιβλία. Κανείς από τους φίλους της δεν ήξερε ότι έχει αδερφή. Διότι η Ζουλιέτ ήταν το σφραγισμένο μυστικό της οικογένειας. Δεκαπέντε χρόνια φυλακή για τη δολοφονία του εξάχρονου γιου της. Η Λία προσπαθεί να επανασυνθέσει μια σχέση που η ίδια διέκοψε. Οι πράξεις της εμπεριέχουν τις τύψεις και η φυλακή δεν έχει όνομα. Είναι το «εκεί», το «άλλο». Ο μεσοαστικός περίγυρός της εγκλωβισμένος σε μια φούσκα πνευματικού αυνανισμού και συγκαλυμμένης κατάθλιψης, όπου οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την υψηλή λογοτεχνία, την υψηλή κουλτούρα και τις στιχομυθίες εντυπωσιασμού, έχει ξεχάσει πως υπάρχει το «εκεί». Ή ακόμα καλύτερα, έχει εξορκίσει το «εκεί» και το έχει καταδικάσει να βρίσκεται μονάχα νεκρό στις λογοτεχνικές σελίδες. Όμως, όσο κι αν εθελοτυφλούν, το «εκεί» είναι υπαρκτό.
Η Ζουλιέτ δεν αποκηρύσσει το «εκεί», διότι έχει καταλήξει πως η πιο οδυνηρή φυλακή είναι αυτή που βρίσκεται μέσα της κι έχει αντιληφθεί πως το «άλλο» και το «αυτό», το «εδώ» και το «εκεί» είναι απλώς οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Πλέον ο στόχος της είναι να αναστήσει τα συναισθήματα της, να ζήσει τη σαρκική απόλαυση και να προσπαθήσει να σώσει ό,τι από το παρελθόν της μπορεί να σωθεί. Ο μόνος άξονας αναφοράς είναι η μικρή της αδερφή. Ο δρόμος προφανώς προβλέπεται ανηφορικός. Και κυρίως μοναχικός.
Το «Απλά σ’ αγαπώ» είναι ένα γαλλικό μελόδραμα που σέβεται όλους τους κανόνες του είδους, προτιμώντας να χειριστεί το δύσκολο θέμα με μια αποστασιοποιημένη και ακαδημαϊκή (όπως συνηθίζουν να λένε) κινηματογράφηση, και να αφήσει έτσι το μεγάλο βάρος στους ηθοποιούς και στις σιωπές τους. Εξάλλου αν υπάρχει ένα είδος που παραδοσιακά ανυψώνει το ρόλο του ηθοποιού, αυτό είναι το δράμα (αλλά και η κωμωδία - η άλλη όψη του νομίσματος). Και δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως όλη η αφήγηση, η ουσία και το «ψωμί» της ταινίας βρίσκεται στην ερμηνεία της Κρίστιν Σκοτ Τόμας, στο αμήχανο βλέμμα, στο οστεώδες πρόσωπό της, στη ναρκωμένη οργή, και στις νευρικές σιωπές της. Το δίχως άλλο, καθηλωτική. Ακριβώς όπως όφειλε να είναι.

***

13.12.08

REDBELT



Σκηνοθεσία: Ντέηβιντ Μάμμετ

Παίζουν: Τσαϊγουήτελ Ετζιφορ, Άλις Μπάγκα, Χοσέ Κάντιο, Μαξ Μαρτίνι

Διάρκεια: 99’




Σήμερα οφείλουμε να πούμε για δύο πράγματα. Για μια πάρα πολύ καλή ταινία και για όσα – για πρώτη φορά – συμβαίνουν γύρω μας.

Πρώτον.
Η ταινία είναι καταπληκτική. Πρόκειται για ένα νεο-νουάρ το οποίο πρωτοτυπεί στη θεματική του. Αναφέρεται στους αμερικάνικους αγώνες πολεμικών τεχνών που λαμβάνουν χώρα σε ρινγκ στη μέση τεράστιων σταδίων και ανθρωποφάγων κοινών (χαρακτηριστικά σκεφτείτε το «κατς» - μια υπέροχη αλληγορία της εποχής μας). Πως όμως καταλήγει εκεί ο ευγενής νεαρός μας ήρωας;

Ο Μάικ Τέρυ έχει μια σχολή πολεμικών τεχνών. Δεν ενδιαφέρεται για τα χρήματα και ποτέ δε συμμετέχει στους αγώνες επίδειξης (που είναι πάντα στημένοι). Ακολουθεί κώδικες τιμής. Και τον στοιχειώνει μια – μάλλον τραγική καθώς ποτέ δεν αναφέρεται επακριβώς – μνήμη από τον πόλεμο στο Ιράκ. Είναι ο ακέραιος ήρωας των νουάρ που ψάχνει σταθερό σημείο σε έναν κόσμο που συνθλίβει και συνθλίβεται. Δεν το βρίσκει. Ένας ηθοποιός του λαμπερού Χόλυγουντ, ένας παραγωγός, οι τοκογλύφοι, μια πανέμορφη μα αναξιόπιστη γυναίκα (ωιμέ), η ενοχοποίηση ενός καλού αστυνομικού (τι σπάνιο!), το διεφθαρμένο Λος Άντζελες (όπως στα βιβλία του Τσάντλερ και του Ελροϊ) θα τον σύρουν έπειτα από μια μοιραία αλυσίδα γεγονότων στο ρινγκ. Σταματώ εδώ, συστήνοντάς σας ανεπιφύλακτα την ταινία που είναι γραμμένη και σκηνοθετημένη από τον αγαπητό Ντέιβιντ Μάμμετ του «Ο πρόεδρος, ένα ροζ σκάνδαλο και ένας πόλεμος».

Και συνεχίζω.
Δεύτερον.
Δεν είμαι ούτε ένας ηθικολόγος – ωσάν του κατηχητικού – δημοσιογράφος, ούτε πολιτικός που παραμένω στον κόσμο μου. Κατά τη γνώμη μου – και έπειτα από κάμποσες σπουδές στις πολιτικές επιστήμες – αυτό που συμβαίνει από το βράδυ του Σαββάτου, δεν ανάγεται σε κάτι προηγούμενο στη Δύση. Δεν είναι ούτε φυλετικές ταραχές (π.χ Λος Άντζελες), ούτε εξέγερση μεταναστών (Γαλλία). Δε συμβαίνει σε γκέτο αλλά για πρώτη φορά στην καρδιά όλων των κύριων αστικών κέντρων μιας δυτικής χώρας.

Ας μην εθελοτυφλούμε. Δεν υπάρχουν «κουκουλοφόροι» (sic) σε κάθε σημείο της Ελλάδας. Προφανώς υπάρχει κάτι άλλο. Παραδείγματος χάριν, οι γιαγιάδες που πετούσαν γλάστρες από τα μπαλκόνια στις γειτονιές της Αθήνας. Οι παππούδες που ευχαριστούσαν τα πανκιά που τους δίναν τρόφιμα από το ανοιχτό (τα μεσάνυχτα!) σουπερμάρκετ δίπλα στο σπίτι μου. Οι δεκάδες χιλιάδες κόσμου – όλων των ηλικιών - που διαδηλώνουν 5 συναπτές ημέρες και καθόλου δε δείχνουν τρομοκρατημένοι.

Κράτος σημαίνει 2 τινά. Νόμιμο μονοπώλιο βίας (αστυνομία, στρατός) και συμβολική αποδοχή μιας τάξης πραγμάτων. Εν προκειμένω, η χειρότερη δεξιά της Ευρώπης νίπτει τα χέρια της και δεν αγγίζει μια εξουσία που «καίει». Και από την άλλη, σύμβολα της τάξης όπως οι τράπεζες (οι οποίες για χρόνια μας πρήζαν στο τηλέφωνο για προεγκριμμένα δάνεια και πρόσφατα δεν τους αρκούσαν 28δις βοήθειας) γίνονται πλέον αποδέκτες χειροκροτημάτων όταν καίγονται.

Μια πολιτική διακυβέρνηση δε νομιμοποιείται βάση αξιών. Δεν αποτελεί θεολογία. Νομιμοποιείται βάση διαδικασιών. Εδώ και χρόνια η διαδικασία ήταν το Σκάνδαλο. Και πλέον επήλθε το ξέσπασμα. Ξαφνικά και απλά. Τώρα είναι χρέος όλων μας ώστε να αναδυθούν οι σωστές, δίκαιες, ανθρώπινες διαδικασίες ώστε να αλλάξουν τα πράγματα. Ως το Σάββατο - και εδώ και δεκαετίες - οι πιθανότητες ήταν 0%. Πλέον είναι 1%. Και αυτό είναι εξόχως σημαντικό και τόσο σπάνιο.


Αξιολόγηση: * * * * (αν και το σινεμά πλέον ζηλεύει την πραγματικότητα)


Δημήτρης Δρένος

26.11.08

[REC]



Σκηνοθεσία: Χάουμε Μπελαγκερό, Πάκο Πλάθα
Παίζουν: Μανουέλα Βελάσκο, Φέραν Τεράθα, Χόρχε Σεράνο, Βιθέντε Χιλ
Διάρκεια: 85΄

Μια ρεπόρτερ για την εκπομπή «Ενώ κοιμάστε» ετοιμάζει ένα χαλαρό ρεπορτάζ για τη δουλειά των πυροσβεστών σε νυχτερινή βάρδια. Μαζί με τον κάμεραμάν της θα τους πάρει συνεντεύξεις, θα τραβήξει πλάνα από τα δωμάτια και την τραπεζαρία και θα περιμένει με ανυπομονησία κάποια κλήση για να τους ακολουθήσει στο έργο τους. Η κλήση έρχεται. Συγκρατημένος ενθουσιασμός. Φτάνουν σε μια οικοδομή. Ήδη βρίσκονται εκεί δυο αστυνομικοί. Το πρόβλημα φαίνεται να είναι πως μια ηλικιωμένη κυρία βρίσκεται στο διαμέρισμά της και ουρλιάζει. Οι πυροσβέστες σπάνε την πόρτα. Ελαφριά ανησυχία. Για λίγο. Διότι αμέσως εκεί ξεκινάει ουσιαστικά η ταινία και βυθίζεται σταδιακά, αλλά με χειρουργική ακρίβεια στο απόλυτο χάος και πανικό. Δεν είναι τόσο το αίμα που ταΐζει το τέρας μέσα μας. Καλό είναι κι αυτό να ικανοποιεί τα αιμοδιψή ένστικτά μας. Είναι η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, και η αντιστροφή του οικείου σε ανοικείου. Η οικοδομή και το σπίτι από μήτρα μετατρέπονται σε κόλαση και ο εξωτερικός κόσμος σε λύτρωση. Μόνο που ο εξωτερικός κόσμος έχει ασφαλίσει την οικοδομή και οι αρχές (μόνο υπό την αλλόκοτη μορφή φώτων, ήχων και μιας φωνής στο μεγάφωνο) έχουν διατάξει αυστηρή καραντίνα. Η ρεπόρτερ πανικόβλητη ζητάει από τον κάμεραμαν να μην σταματήσει να τραβάει πλάνα και ο χειριστής της κάμερας, είναι ο μοναδικός απρόσωπος υποκειμενικός αφηγητής. Ένας αφηγητής που μας μιλάει όχι μόνο για τον απόλυτο τρόμο μπροστά σε μια άγνωστη απειλή (εντάξει, κι άλλοι τα ‘παν), αλλά εστιάζει στην ανθρώπινη απόγνωση, την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο ισοπεδωτικό σύστημα, στην ανάγκη του να εκλογικεύσει το θρυμματισμό του σύμπαντός του και να έρθει σε επαφή με το πρωτόγονο ένστικτο της επιβίωσης.
Κι αν θέλετε πάση θυσία να ονομάσουμε το είδος της ταινίας, θα το πω αυθαίρετα ψευδοντοκουτρόμου. Ένα είδος που ξεκίνησε με το “Blair witch project”, ως μια ύστατη απόπειρα ανανέωσης της μορφής των ταινιών τρόμου και συνεχίστηκε με άλλες προσπάθειες όπως το “Cloverfield”. Όμως οι Ισπανοί, δείχνουν ότι το κατέχουν πολύ καλύτερα από τους αμερικανούς (δεν είναι τυχαίο ότι η σεναριακή πενία στο χόλιγουντ οδηγεί τους παραγωγούς σε κατά συρροή ισπανικά και ασιατικά ριμέικ) και οριακά εξαντλούν το νεογέννητο είδος εναρμονίζοντας με μαεστρία τη μορφή με την αφήγηση της ιστορίας.
Και μεταξύ μας τώρα, από το να βλέπουμε ένα σωρό μεταμεσονύκτιες αηδίες από τηλεμάρκετινγκ και τηλεπαιχνίδια για λοβοτομημένους μέχρι δημοσιογράφους να αναλύουν με σοβαροφάνεια τις εμφανίσεις εξωγήινων στην Ελλάδα, την προέλευση των Ελλήνων από τους Τιτάνες και δεν-ξέρω-ποιους και τα ροζ τηλεφωνήματα του κάθε πικραμένου, γιατί να μην αφιερώσουμε λίγο χρόνο στο δράμα μιας Ισπανίδας ρεπόρτερ; Κάτι καλύτερο θα ‘χει να μας πει η κακόμοιρη...

Αξιολόγηση: ***

9.11.08

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ



YEAR OF THE DOG

Σκηνοθεσία: Μάικ Γουάιτ
Παίζουν
: Μόλι Σάνον, Πίτερ Σάρσγκααρντ, Ρετζίνα Κινγκ, Λόρα Ντερν, Τζον Ράιλι
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 93΄


Υπόθεση:Γεροντοκόρη γραμματέας που ζει την γαλήνια μεσοαστική ζωή των αμερικανικών προαστίων αγκαλιά με το σκυλάκι της, συντρίβεται συναισθηματικά όταν αυτό πεθαίνει από τοξική δηλητηρίαση, με συνέπεια να αρχίσει να ψάχνει λίγο περισσότερο το θέμα «ζωοφιλία».

Σατιρική κομεντί πάνω στην παράδοση του American Beauty, του Little Miss Sunshine και του κινηματογράφου του Ουές Άντερσον, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του σεναριογράφου του School of Rock και του Nacho Libre είναι μια γλυκόπικρη ματιά στη μοναξιά, την κενότητα, την υποκρισία, αλλά και το βαθύ ανθρώπινο δράμα πίσω από την φαινομενικά γυαλιστερή ζωή του μέσου Αμερικάνου. Η ταινία εστιάζει πάνω στο θέμα της προστασίας των ζώων και των δικαιωμάτων τους, ένα θέμα πολύ σημαντικό και εξίσου παραμελημένο. Η τελείως προβλέψιμη χολιγουντιανή δραματουργική καμπύλη δεν αποφεύγεται, το κέντρισμα όμως μένει, και αυτό είναι ένα μεγάλο κέρδος.

Σύμφωνα με τον «μπουρλοτιέρη» του Videodrome, τον Τριαντάφυλλο Μποσταντζή, θα πρέπει να σταματήσουμε να γράφουμε για ταινίες και να αρχίσουμε να γράφουμε για ιδέες. «Γράφουμε αυτό που είμαστε», ισχυρίζεται στο προηγούμενο τεύχος. Σωστά. Γι’ αυτό κι εγώ, που δεν είμαι κατά βάθος παρά ένας συγκαταβατικός αστός, ασκημένος να ανέχομαι τα πάντα και να σέβομαι τους πάντες, δεν μπορώ να βγω και να γράψω «αρχίστε να νοιάζεστε για τα ζώα», «χιλιάδες ζώα υποφέρουν αυτή τη στιγμή φρικτά βασανιστήρια σε πειραματικά εργαστήρια βιομηχανιών (όχι απαραίτητα για το καλό της ιατρικής, όχι, αυτό συχνά είναι το άλλοθι. Πάρα πολλά ζώα πεθαίνουν με ανυπόφορους πόνους μόνο και μόνο για χάρη μιας καλύτερης απόχρωσης κραγιόν, φερ’ ειπείν)» και άλλα παρόμοια. Σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να σας ανησυχήσω με απόψεις όπως ότι «η σύγχρονη εντατική κτηνοτροφική βιομηχανία έχει μετατρέψει τα ζώα σε άψυχες κρεατομηχανές με άγνωστες συνέπειες ακόμα και για την υγεία μας (θυμηθείτε τη νόσο Kreuzfeld-Jacobs)», όχι, μακριά από μας αυτά. Εμείς εδώ γράφουμε μόνο για ταινίες και σεβόμαστε απόλυτα όλους εσάς, που γνωρίζετε πολύ καλά για λογαριασμό σας πού ακριβώς πρέπει να στρέψετε τα ενδιαφέροντά σας και πού όχι. Δεν θα σας το πούμε εμείς. Έχετε διαβάσει το αριστουργηματικό «Τι ωραίο πλιάτσικο» του Τζόναθαν Κόου και ξέρετε. Όσο για εδώ, δεν έχουμε παρά μια ακόμα χαζοαμερικάνικη ταινιούλα η οποία, σύμφωνα με τον cheaplog του Movies for the Masses, δεν κάνει τίποτ’ άλλο «από το να αναλύει εξαιρετικά επίπονα και επανειλημμένα ότι όλες αυτές που βλέπεις να μαζεύουν 15 σκύλους και να ζουν όλη μέρα μαζί τους είναι τόσο πυροβολημένες όσο φαντάζεσαι, και ακόμα περισσότερο». Έτσι μπράβο. Κάτι πυροβολημένοι είναι οι φιλόζωοι. Τώρα μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι.

****

8.11.08

KM 31





Σκηνοθεσία: Ριγκομπέρτα Καστανέντο
Παίζουν: Λιανά Φοξ, Αντρία Κολλάντο, Ραούλ Μέντες
Διάρκεια: 103’



Κάποτε είχα γράψει εδώ στον «Εξώστη» πως φοβάμαι τα θρίλερ. Πως τρέμω, πως κοντεύω να τα κάνω πάνω μου όταν είμαι αναγκασμένος να δω μια «ταινία τρόμου». Μάλιστα είχα περιγράψει το πως οχυρώνομαι ενάντια στο φόβο: κλειδαμπαρώνω τις πόρτες, κοιτάω κάτω από το κρεβάτι μου για φαντάσματα, παίρνω αγκαλιά τον αρκούδο μου...


Αγαπητοί μου αναγνώστες, πλάκα έκανα... (και δυστυχώς παρεξηγήθηκα – κάποια «κυρία» έφθασε στο σημείο να διαδίδει τη φήμη πως αν μου κάνουν «μπου» πέφτω χάμω..). Πλάκα έκανα, γιατί αν δεν κάνουμε πλάκα δε μας σώζει τίποτα, μας πλακώνει η ύπαρξη. Σε γενικές γραμμές εμείς οι άνθρωποι, τα «κυρίαρχα υποκείμενα», δεν αποτελούμε τίποτα άλλο παρά ένα κράμα σοβαροφάνειας και ιδεοληψιών. Καλό είναι λοιπόν ανά τακτά διαστήματα να μας αυτό-αποδομούμε λίγο, να μας αυτοσαρκάζουμε μπας και μπει λίγος φρέσκος αέρας στα στεγανά της ύπαρξής μας.


Υπό αυτές τις σκέψεις λοιπόν, ένα θρίλερ δεν μπορεί να μας τρομάξει ποτέ και πουθενά. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προκαλέσει ένα μειδίαμα στα χείλη μας – πως γίνεται και «τρομάζουμε» με ακίνητα καρέ παιγμένα σε γρήγορες ταχύτητες, με τέρατα και μανιακούς κρυμμένους σε ένα dvd;

Για να το επιβεβαιώσω, διάλεξα μια ταινία που φίλος μου την πρότεινε ως πολύ τρομακτική. Και πάλι δεν τρόμαξα (τώρα όπως προσέξατε καλλιεργώ νέο μύθο – πως είμαι Γενναίος!). Ωστόσο απόλαυσα μια ωραία, ατμοσφαιρική ταινία.


Πρόκειται για το θρίλερ «31ο Χιλιόμετρο». Στο 31ο χιλιόμετρο ενός επαρχιακού δρόμου του Μεξικό συμβαίνουν ανοίκεια πράγματα. Η ατμόσφαιρα κάπως σα να αλλάζει. Μπορεί να ακούσεις παράξενα θροΐσματα, να δεις εικόνες που είτε ανήκουν στην πραγματικότητα είτε τις γεννά το μυαλό είναι αρκούντως φριχτές. Και το κυριότερο, αν σταθείς εκεί έχεις πολλές πιθανότητες να σκοτωθείς από τα διερχόμενα αυτοκίνητα.


Η Αγκάτα θα κοντοσταθεί στο 31ο χιλιόμετρο. Λίγες ώρες μετά θα βρίσκεται στην εντατική του νοσοκομείου, με ακρωτηριασμένο το μισό της σώμα, με το πρόσωπο παραμορφωμένο από τους μόλωπες, έχοντας καταντήσει σπαρακτικό, εύθραυστο «τέρας». Η δίδυμη αδερφή της Καταλίνα, ο σύντροφός της και ο σύντροφος της Αγκάτα θα θελήσουν να εξιχνιάσουν το πως και το γιατί.

Διαρκείς επιστροφές στο επώδυνο σημείο της ασφάλτου, ένα τρομακτικό δάσος τριγύρω, ένας αστυνομικός που με εμμονή προσπαθεί να εξακριβώσει τι συμβαίνει, αστικοί μύθοι για ένα ποτάμι που διασχίζει υπογείως την παρακείμενη πόλη, ένας θρύλος από την εποχή των κονκισταδόρων.

Και θύματα, πολλά θύματα, αλλεπάλληλα θύματα. Οι δίδυμοι άνθρωποι μοιάζουν να ζουν πλεγμένοι μεταξύ τους με αδιόρατα νήματα που οι υπόλοιποι δεν αντιλαμβανόμαστε. Ακόμα και οι εραστές της Αγκάτα και της Καταλίνα μπερδεύονται όταν παν να φιλήσουν την «αγάπη τους».


Το σεναριακό τέλος της ταινίας είναι αμήχανο. Όμως η διαδρομή της είναι ατμοσφαιρική, γοτθικά και ταυτόχρονα μοντέρνα σκηνοθετημένη. Σε αρκετά σημεία μου θύμισε μάλιστα την πολύ καλή, περσινή «Νύχτα των Ηλιοτροπίων».


Πιο πολύ τρομάζω κοιτώντας τη ζωή μου – όχι κοιτώντας ταινίες. Μα είναι ωραίο που και που να αφήνεις τις τέχνες να σε υποβάλλουν στην ίδια σου την αποδόμηση.


Αξιολόγηση: * * *


Δημήτρης Δρένος

7.11.08

INSIDE




Σκηνοθεσία: Αλεξάντρ Μπουστίγιο, Ζουλιάν Μορί
Παίζουν: Άλισον Παραντί, Μπεατρίς Νταλ
Διάρκεια: 83


Σ’ ένα τρομακτικό τροχαίο η μερικών μηνών έγκυος Σάρα (Άλισον Παραντί) χάνει τον άντρα της (δεν τίθεται καμιά αμφιβολία περί τούτου, αφού το πρόσωπο του δυστυχούς Μάθιου έχει μπουρμπουλιάσει στο αίμα), αλλά όχι και το παιδί της! Ο χρόνος θα περάσει, η κοιλιά θα μεγαλώσει και οι γιατροί θα της ανακοινώσουν πως ήρθε η ώρα να γεννήσει. Η μελαγχολική μέλλουσα (;) μάνα με την ουλή στο πρόσωπο να υπενθυμίζει το φρικτό δυστύχημα θα περάσει το τελευταίο βράδυ στο σπίτι της. Και πολύ πιθανό να πρόκειται για το τελευταίο βράδυ της ζωής της, αφού μια μυστηριώδης γυναίκα (Μπεατρίς Νταλ) εμφανίζεται στο παραθύρι της και με διαβολική όρεξη θέλει να την κατασπαράξει. Βέβαια, αυτό που φαίνεται πραγματικά να αναζητά και μάλιστα με ανορθόδοξες μεθόδους, κουρνιάζει μάλλον στη θαλπωρή της μήτρας της Σάρα.
Χρειάστηκαν δυο σκηνοθέτες (ανάθεμά τους) για να στήσουν αυτό το απολαυστικότατο (αν είστε από αυτούς που θεωρούν απόλαυση να βλέπουν πώς μπορεί να καρφωθεί ένα χέρι στον τοίχο) σπλάτερ δωματίου! Μάλιστα. Σπλάτερ δωματιού ή μάλλον σπιτιού, αφού η δράση με εξαίρεση το πρώτο πεντάλεπτο περιορίζεται και αφηνιάζει στον ασφυκτικά περιορισμένο χώρο ενός διώροφου σπιτιού. Μιλάμε για παραδοσιακό σπλάτερ, στην παράδοση των παλιών καλών ταινιών του Αρτζέντο, όπου το αίμα και το πετσόκομμα είναι μακιγιάζ, σάλτσα και ευρηματικές πατέντες. Και φυσικά δεν υπάρχει η ελάχιστη σοβαρή σεναριακή αιτιολόγηση για το όργιο τολμηρής βίας που τελειωμό δεν έχει, παρά μόνο διακόπτεται για μερικά λεπτά υπό τις υπνωτικές μελωδίες μιας υποβλητικής ηχητικής επένδυσης προκειμένου να δημιουργηθεί η απαραίτητη ατμόσφαιρα απειλής και βεβαίως η προσμονή του επόμενου μακελειού! Σε άναρχες κι απρόβλεπτες σκηνές, η αιματοβαμμένη ετοιμόγεννη Σάρα δίνει όλο της το είναι προκειμένου να επιβιώσει, η σατανική γυναίκα (η Μπεατρίς Νταλ έξι χρόνια μετά το σοκαριστικό και κανιβαλιστικό “Trouble every day” της Κλερ Ντενί) μακελεύει όποιον μπαίνει στο σπίτι, και το δυναμικό γυναικείο ντουέτο στηρίζει επάξια μια επιτέλους πολύ καλή προσπάθεια αναβίωσης του σπλάτερ. Απ’ όλα έχει ο μπαξές: μητροκτονία (η Σάρα μες στην παραζάλη της τρυπάει από λάθος την καρωτίδα της μάνας της...!), κιλά αίματος (το οπλοστάσιο περιλαμβάνει μια άκρως αποτελεσματική μυτερή βέργα, μπαστούνι, τσεκούρι, χέρια, πόδια, σπρέι, φωτιά και... αυτοσχέδιο ακόντιο!), ακρωτηριασμούς, ξεκοιλιάσματα, λεσβιακές νύξεις, φετιχιστικούς ξυλοδαρμούς, κατάμαυρο χιούμορ κι ένα πολύ συμπαθητικά αρρωστημένο φινάλε.Όσοι θιασώτες του είδους (οι υπόλοιποι προχωρήστε με δική σας ευθύνη) θάψατε τις ελπίδες σας για το σπλάτερ στην εποχή των κατά συρροή αμερικάνικων ανοησιών, μπορείτε να χαμογελάσετε. Η Γαλλία ψιθυρίζει με νόημα πως ο κύκλος του αίματος δεν έκλεισε. Όχι ακόμα.

18.9.08

ΖΩΝΗ ΜΝΗΜΗΣ (ALLEGRO)


Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Μπόε
Παίζουν: Ούλριχ Τόμσεν, Έλενα Κρίστενσεν, Γιον Λάνγκε, Χένινγκ Μόριτσεν
Δανία, 2005.
Διάρκεια: 87’

Η αίθουσα είναι μισοφωτισμένη, κι εμείς βυθισμένοι σ’ένα ονειρικό σκοτάδι ακούμε από τον εξώστη τις μελωδίες να ξεπηδούν μέσα από την κοιλιά του πιάνου. Ο μυστηριώδης πιανίστας όμως δε θέλει να δούμε το πρόσωπό του. Γιατί δε θέλει, λέει, ο Άνθρωπος να κρύβει τη Μουσική. Γιατί ο ίδιος δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας απλός μεταφραστής της παρτιτούρας για τα άμαθα αυτιά μας. Το ταλέντο του είναι πως ξέρει να τη διαβάζει και να την ερμηνεύει: Forte – δυνατά, da capo – από την αρχή, lacrimoso – λυπητερά. Και allegro; Τί σημαίνει στη γλώσσα αυτού του μυστηριώδη πιανίστα το «χαρούμενο» allegro;
Η αίθουσα είναι μισοφωτισμένη και ο Ζέτερστρομ κάθεται σφιγμένος μποστά στο πιάνο του, θέαμα για ένα κοινό που δεν είναι εκεί, κάνοντας το μόνο πράγμα που θυμάται να κάνει: αφήνει τα δάχτυλά του να τρέξουν μηχανικά πάνω στα πλήκτρα, ερμηνεύοντας με τέλεια τεχνική τα έργα που του δίνονται. Είναι φαινομενικά άριστος. Μα κάτι λείπει για να ακουστεί η μουσική όπως πρέπει. Δεν είναι μυστικό -αυτό που του λείπει είναι το πάθος. Μα ο ίδιος δε μπορεί (δε θέλει;) να θυμηθεί που βρίσκεται αυτό κρυμμένο.
Κι αν συνήθως η μουσική χρησιμεύει για να ελευθερώνει το πνεύμα και να ξεκλειδώνει συναισθήματα, εδώ ο ερμητικά κλειστός Ζέτερστρομ τη χρησιμοποιεί για τον ακριβώς αντίστροφο λόγο: είναι η ασπίδα του για ένα παρελθόν που τον πλήγωσε, είναι ο τοίχος που δεν αφήνει καμία ανάμνηση να περάσει έξω από τη «ζώνη» της μνήμης που δε θέλει πια να θυμάται. Είναι το σύνορο ανάμεσα στον ίδιο και στη ζωή, είναι το όριο πριν από Εκείνη. Το ταλέντο του είναι η πανοπλία του για κάθε ανθρώπινη επαφή –στην οποία ήταν πάντα τόσο καχύποπτος. Έχει απωθήσει τόσο πολύ τις μνήμες που τον πλήγωσαν, που έχει επιβάλλει στον εαυτό του μια ιδιόρρυθμη αμνησία: κάθε τί που συνέβη πριν από εκείνη, απλά δεν υπάρχει. Μόνο στιγμές που τριγυρίζουν μεταμφιεσμένες αναμεσα στις μελωδίες, και του ζητούν να γυρίσει για λίγο πίσω, να θυμηθεί, να νιώσει, έστω, κάτι.
«Αν δεν υπήρχες, θα έπρεπε να σε δημιουργήσω», της είχε πει όταν ήταν ακόμα ανθρώπινος. Και τώρα που την έχασε, πρέπει να την αναδημιουργήσει. Παίζοντας ένα παιχνίδι πέρα από τα όρια της πραγματικότητας, θα προσπαθήσει να βρει τη γραμμή που ενώνει τις σκόρπιες αναμνήσεις του και να βρει τη χαμένη του ανθρωπιά, που με τη σειρά της θα του δώσει αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη: την αληθινή μουσική. Αυτή που δεν ερμηνεύεται απλά διαβάζοντας τις νότες, μα που δημιουργείται όταν πηγάζει μέσα από την καρδιά.

Αξιολόγηση: ***

16.9.08

THE SAVAGES


Σκηνοθεσία: Ταμάρα Τζένκινς
Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Λόρα Λίνεϊ, Φίλιπ Μπόσκο
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 113΄

Υπάρχουν δύο είδη κινηματογράφου: Αυτός που μας βοηθάει να ξεφύγουμε, προσωρινά έστω, απ’ όσα τυχόν δυσάρεστα αντιμετωπίζουμε, κι αυτός που μας αναγκάζει να τα κοιτάξουμε κατάματα και να τα αντιμετωπίσουμε. Με άλλα λόγια, ο κινηματογράφος της φυγής και ο κινηματογράφος του προβληματισμού. Ο πρώτος είναι ίσως πιο ευχάριστος, ο δεύτερος όμως μάλλον πιο ωφέλιμος. Επιλέξαμε να ξεκινήσουμε τη φετινή σεζόν με μια πρόταση που ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για μια ταινία που, αν και δεν προβλήθηκε στην πόλη μας, πραγματοποίησε μια πολύ καλή πορεία στο εξωτερικό και προτάθηκε επαξίως για δύο Όσκαρ, το πρώτου γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της Λόρα Λίνεϊ και το πρωτότυπου σεναρίου, το οποίο έγραψε η ίδια η σκηνοθέτιδα, αν και θα άξιζε οπωσδήποτε και μια τρίτη πρόταση, στην κατηγορία του πρώτου ανδρικού ρόλου, όπου νομίζουμε ότι ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν πραγματοποιεί την καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας του. 

Η ταινία περιστρέφεται γύρω από ένα θέμα παραμελημένο, που είναι η περίθαλψη των ηλικιωμένων που αδυνατούν πλέον να φροντίσουν τον εαυτό τους. Επιπρόσθετα, το εντάσσει μέσα σε ένα πλαίσιο δυσλειτουργικής οικογένειας, η οποία έχει προκαλέσει χρόνια προβλήματα, άγχη, ανασφάλειες και νευρώσεις στα μέλη της. Ο Τζον και η Γουέντι είναι δυο αδέλφια γύρω στα σαράντα, ανύπαντροι και οι δύο, που διατηρούν τυπικές και όχι ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ τους, και αναγκάζονται να έρθουν αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλο, αλλά και με το κοινό τους παρελθόν, όταν ειδοποιούνται ότι ο πατέρας τους έχει εμφανίσει γεροντική άνοια και θα πρέπει να αναλάβουν την γηροκόμησή του. Παρόλο το «δυσάρεστο» θέμα της, η ταινία καταβάλει συνειδητές και επιτυχημένες προσπάθειες να αποφύγει το μελοδραματισμό, ενώ παράλληλα ένα ειρωνικό, σαρδόνιο, αγγλικού τύπου χιούμορ  κάνει αρκετά συχνά αισθητή την παρουσία του, αποσπώντας κάποια απολύτως απαραίτητα μειδιάματα. Σε κάθε περίπτωση η ατμόσφαιρα παραμένει μουντή από την αρχή μέχρι το τέλος, οι ρυθμοί αργοί, η υπόθεση κατά διαστήματα υποτυπώδης. Απομένει γυμνή η ίδια η αμείλικτη πραγματικότητα, η αναπόφευκτη μοίρα του ανθρώπου, που είναι η πορεία προς το μαρασμό και το θάνατο και η υποχρέωση όλων μας να την αντιμετωπίσουμε όσο ωριμότερα μπορούμε. Παράλληλα, η ταινία, χάρη στο οξυδερκές σενάριό της και τις υπέροχες ερμηνείες του δίδυμου Χόφμαν-Λίνεϊ, προσθέτει ορισμένα σπαρακτικά στιγμιότυπα στην πλούσια κινηματογραφική ανθολογία από σκηνές με μέλη δυσλειτουργικών οικογενειών που αδυνατούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους…

***

19.6.08

ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


ACROSS THE UNIVERSE

Σκηνοθεσία: Τζούλι Τέιμορ
Παίζουν: Τζιμ Στάρτζες, Ίβαν Ρέιτσελ Γουντ, Τζο Άντερσον, Ντάνα Φουκς
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 131΄

Όχι ένα και δύο, αλλά 33 ολόκληρα τραγούδια των θρυλικών «Σκαθαριών» σε νέες, φρέσκιες εκτελέσεις παρελαύνουν οπτικοποιημένα μπροστά από τα μάτια μας σ’ αυτό το πολύχρωμο, νεανικό μιούζικαλ, που επιχειρεί μια τοιχογραφία της ταραγμένης περιόδου των τελών της δεκαετίας του ’60 βασισμένη πάνω στο έργο των Μπιτλς.

Πρόκειται για μια φιλόδοξη απόπειρα, που στέφεται από απόλυτη επιτυχία τόσο στο οπτικό όσο και στο μουσικό κομμάτι της. Οι νεαροί πρωτοεμφανιζόμενοι πρωταγωνιστές ερμηνεύουν τα τραγούδια με έναν τρόπο που καταφέρνει να συνδυάσει στην κατάλληλη αναλογία τον απαραίτητο σεβασμό στις αρχικές εκτελέσεις από τη μια, με την καινοτομία και την ανάδειξη των τραγουδιών από μια διαφορετική σκοπιά από την άλλη. Εξυπακούεται ότι άπαντες διαθέτουν τα απαραίτητα φωνητικά προσόντα, ενώ και οι υποκριτικές τους ικανότητες είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς.

Οπτικά η ταινία θυμίζει πυροτέχνημα φαντασίας, χρώματος και φωτός. Τα τραγούδια ενσωματώνονται οργανικά μέσα στην πλοκή και δεν θυμίζουν επ’ ουδενί βίντεο-κλιπ. Αποκτούν όλα σαφές και καινούριο νόημα, που αναδεικνύει και τα ίδια τα τραγούδια και την ταινία. Αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στο “I Want you”, που συσχετίζεται με τη διαδικασία στρατολόγησης για τον πόλεμο του Βιετνάμ και εκφράζει με άκρως γλαφυρό και ευφάνταστο τρόπο την αίσθηση παγίδευσης και αποκτήνωσης του νεαρού κληρωτού που καλείται να γίνει το φρέσκο κρέας στην κρεατομηχανή του πολέμου, αλλά και στο “I am the Walrus”, που ερμηνεύεται από τον Μπόνο σε μια εμφάνιση-έκπληξη και παραπέμπει σε ψυχεδελικό όνειρο που εξελίσσεται σε κάποια μαγική υποβρύχια ουτοπία.

Όπως συχνά συμβαίνει με τα μιούζικαλ, το αδύνατο σημείο είναι το σενάριο. Πρόκειται για μια στοιχειώδη, απλοϊκή ιστορία, που τραβάει σε μάκρος αρκετά μεγαλύτερο από τις αντοχές της προσοχής μας, δεν αναδεικνύει επαρκώς τους χαρακτήρες, και διακατέχεται από μια αφελή και επιφανειακή αντίληψη της ιστορίας. Απουσιάζει η εμβάθυνση, ή έστω η διαφορετική ματιά στο αντιπολεμικό κίνημα, τις φοιτητικές εξεγέρσεις και την εναλλακτική κουλτούρα των ’60s. Αυτό που υπάρχει είναι μια τοιχογραφία πλούσια μεν, επιφανειακή δε. Μια σειρά από εικόνες που απλά περνούν, αλλά δεν αγγίζουν τον θεατή.

Η ταινία φαίνεται τελικά πως απευθύνεται κυρίως στο μαθητικό κοινό, για το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευσύνοπτη εισαγωγή στο έργο των Μπιτλς και την ιστορία των εξεγέρσεων των ’60s. Όσοι θεωρούν εαυτούς ειδήμονες στα ανωτέρω θέματα πιθανόν να νιώσουν ότι παρακολουθούν κάτι παιδιάστικο ή αφελές. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για μια πλούσια, φιλόδοξη δουλειά, με εξαιρετικές μουσικές εκτελέσεις και υπέροχες εικόνες. Η ταινία συνοδεύεται μάλιστα κι από δεύτερο dvd, στο οποίο περιέχονται ολόκληρες και οι 33 εκτελέσεις, καθώς και σχόλια της σκηνοθέτιδας και των υπόλοιπων συντελεστών.

Αξιολόγηση: ***